Σπαρτιάτης


Σπαρτιάτης
спартанец

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Σπαρτιάτης" в других словарях:

  • Σπαρτιάτης — Σπαρτιά̱της , Σπαρτιάτης from Sparta masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σπαρτιάτης — ο, ΝΜΑ, θηλ. Σπαρτιάτισσα, Ν, και Σπαρτιάτις, ιδος, ΜΑ, και ιων. τ. Σπαρτιήτης Α 1. ο κάτοικος τής Σπάρτης, αυτός που κατάγεται από τη Σπάρτη 2. (στην αρχαιότητα) ο πολίτης τής Λακεδαίμονος που είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < Σπάρτη …   Dictionary of Greek

  • Σπαρτιάτης — ο θηλ. Σπαρτιάτισσα κάτοικος της Σπάρτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ταλθύβιος — Σπαρτιάτης, κήρυκας και υπηρέτης του Αγαμέμνονα, τον οποίο τιμούσαν ως ήρωα στη Σπάρτη. Μετά τον Τρωικό πόλεμο οδήγησε άποικους στην Κρήτη, όπου έχτισε την Τεγέα. Τάφος και μνημεία του Τ. υπήρχαν στη Σπάρτη. Επειδή οι Σπαρτιάτες σκότωσαν τους… …   Dictionary of Greek

  • Σπαρτιῆτα — Σπαρτιάτης from Sparta masc voc sg (ionic) Σπαρτιάτης from Sparta masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χαλκιδεύς — Σπαρτιάτης ναύαρχος, μαζί με τον οποίο ο Αλκιβιάδης, μετά την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία (412 π.Χ.), ξεσήκωσε τους Ίωνες συμμάχους των Αθηναίων, να επαναστατήσουν. Αρχικά κατόρθωσε να ξεσηκώσει τη Χίο, τις Ερυθρές και τις Κλαζομενές, έπειτα δε …   Dictionary of Greek

  • Παντεύς (-έας) — Σπαρτιάτης ωραίος στη μορφή και ηρωικός στο φρόνημα, φίλος του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη του Γ’. Ο Π. πολέμησε στην πολιορκία της Μεγαλόπολης και μπήκε πρώτος στην πόλη με δυο τάγματα Σπαρτιατών. Ακολούθησε τον βασιλιά Κλεομένη Γ’ στην Αίγυπτο …   Dictionary of Greek

  • Ραμφίας — Σπαρτιάτης που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Πληροφορίες γι’ αυτόν υπάρχουν στα κείμενα του Θουκυδίδη. Το 432 π.Χ., ο Ρ., μαζί με τον Αγήσανδρο και τον Μελήσιππο, αποτελούσαν την τελευταία πρεσβεία της Σπάρτης που πήγε στην… …   Dictionary of Greek

  • Σφοδρίας — Σπαρτιάτης πρόκριτος, αρμοστής στις Θεσπιές, με την εντολή να συγκροτήσει μισθοφορικό στρατό (378 π.Χ.). Ο Σ. επιχείρησε, χωρίς την άδεια της Σπάρτης, να καταλάβει τον Πειραιά, σε εποχή που η Σπάρτη δε βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αθήνα …   Dictionary of Greek

  • Σπαρτιητέων — Σπαρτιάτης from Sparta masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σπαρτιᾶται — Σπαρτιάτης from Sparta masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)